Ένα blog για ζόρικους καιρούς...

Ένα blog για ζόρικους καιρούς... τους δικούς μας...

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Τι σας έφταιξε ο φασισμός;

Αναρτήθηκε από τον/την sarant

Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς. Το περιστατικό το έχει αφηγηθεί ο Κώστας Βάρναλης (που ήταν ένας από τους διανοούμενους που άθελά τους πήραν μέρος) σε χρονογράφημά του που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ρίζο της Δευτέρας και που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο του φίλου Αλλού φαν Μαρξ. Εγώ θα σας παρουσιάσω μιαν άλλη εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού, από έναν άλλο παθόντα, τον Ασημάκη Πανσέληνο. Τα αποσπάσματα τα έχω πάρει από το απολαυστικό αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Τότε που ζούσαμε…», που έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό (δυστυχώς είναι εξαντλημένο· αν το θέλετε, γράψτε στον Κέδρο και ζητήστε να το επανεκδώσει). Ο Πανσέληνος γράφει ότι και ο Σεφέρης έχει γράψει κάτι για το επεισόδιο στις Μέρες του 41, αλλά δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο να το ελέγξω (δείτε όμως στο τέλος του άρθρου).

Παραθέτω λοιπόν αποσπάσματα από τον Πανσέληνο (διατηρώ ορθογραφία πλην πολυτονικού):
Ο χειμώνας εκείνος ήτανε άπονος και ψυχρός. Το χιονόνερο δε σταματούσε. Ήταν οι νύχτες μεγάλες κι όταν φυσούσε ο βοριάς είχες την αίσθηση πως μες στους έρημους δρόμους παραπατούσε το πεπρωμένο. Συλλογιζόμουν να πάω εθελοντής αλλά δίσταζα. Απ’ το δίλημμα μ’ έβγαλε η είδηση, πως το Γιώργο το Θεοτοκά, που είχε κιόλας καταταχτεί, τον φώναξαν μια μέρα, τον διάταξαν να ξεντυθεί και τον στείλανε σπίτι του!
Είχε περάσει κανένας μήνας και είμαστε πια στο καταχείμωνο του ’40. Ήταν μια Πέμπτη, 19 του Δεκέμβρη, νομίζω. Η μέρα πέρασε ανιαρή, κουρασμένη. Το κρύο τρυπούσε τα κόκκαλα. (…) Πέρασε ώρα κι ετοιμαζόμαστε να πλαγιάσουμε όταν χτύπησε η πόρτα μας με διάκριση. Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; Όξω χιόνιζε ολοένα. Σηκώθηκα κι άνοιξα με δυσφορία.
Έχω πάντα μια διαίσθηση σε κάτι τέτοια. Ο άνθρωπος που μπήκε, στιγμή δεν αμφέβαλα για το επάγγελμά του. Μόνο που ήταν απόψε λίγο πιο ευγενής απ’ όσο σηκώνει η δουλειά του. Έκανε μια σύντομη, τυπική έρευνα στο γραφείο.
- Σας ζητούν στην Ασφάλεια, είπε.
(…)

Στο γραφείο που μ’ έμπασαν ήταν ο Νίκος Χαραλαμπίδης, αξιωματικός της ασφάλειας, Μυτιληνιός. Με ρώτησε αν θέλω καφέ κι εγώ πήρα θάρρος κι έβανα τις φωνές.
– Δεν καταλαβαίνετε πως έχουμε πόλεμο; Πως κινδυνεύουμε όλοι; Για ποιο σκοπό μας φέρνετε πάλι εδωπέρα.
Ο άλλος κοιτάει ατάραχος. Στους διαδρόμους κυριαρχεί νεκρική σιωπή. Πολλές φορές ο Χαραλαμπίδης έγινε αιτία να ξεμπλέξω με την Ασφάλεια. Μιλάει.
– Τι δημοσίεψες πάλι τελευταία;
Να βάζεις στο νου το χερότερο, για να παρηγοριέσαι με το κακό! Αυτό λοιπόν ήταν; Το άρθρο μου στα «Νεοελληνικά Γράμματα» ήταν η αιτία;
– Αυτό που δημοσίεψα ήταν κάτι που έπρεπε να το κάνω. Κι αν είναι γι’ αυτό που με κουβαλήσατε εδώ, εγώ το εγκρίνω και τώρα και κάντε με ό,τι θέλετε.
(…)
Μας μεταφέραν κατόπι στο χτίριο της οδού Στουρνάρα κι άρχισαν να κουβαλούν κι άλλους: το Σπύρο Θεοδωρόπουλο, το Νίκο τον Καρβούνη, το Δημήτρη Φωτιάδη, το Θέμο Κορνάρο., το Γιάννη Κορδάτο, το Μέξη, το Μαρίνη, κι άλλους πολλούς, δεν τους θυμάμαι τώρα, γενήκαμε δεκαεφτά. Ο Χαραλαμπίδης με άφησε και τηλεφώνησα σπίτι μου κι εξήγησα για ποιο λόγο με πιάσαν.
Μας βάλαν λοιπόν όλους εκείνο το βράδυ σε μια κάμαρα ευρύχωρη, σ’ ένα γραφείο με παράθυρο και μπαλκόνι κι αφήσαν την πόρτα ακλείδωτη. Μόνο καθόταν μαζί μας ένα πολισμανάκι αμούστακο κι άκουγε τις κουβέντες μας χωρίς να επεμβαίνει.
Αφήσαν ακόμα και τους δικούς μας να μας επισκεφτούν μες στη νύχτα -μας φέραν κουβέρτες, τσιγάρα και σοκολάτες. Σε λίγο η υπόθεση πήρε χαρακτήρα βεγγέρας. Κάποιος είπε πως για να μας περιποιούνται έτσι, κάτι κακό θα ετοιμάζεται.
Μέσα σε κείνη τη φασαρία, άνοιξε η πόρτα και φέραν τον Κώστα το Βάρναλη. Έξω φρενών ο ποιητής μας, πλην όχι με τους αστυφύλακες που τον πιάσαν παρά με το Νίκο τον Καζαντζάκη! Κάποιος, λέει, του έδειξε ένα έντυπο μ’ ένα άρθρο του Καζαντζάκη που πρότεινε να ενωθεί η Ελλάδα με την Αγγλία. Αυτά τα θυμούμαι τώρα λίγο μπερδεμένα κι αόριστα.
– Άκου κατάσταση, άκου μυαλά, φωμάζει, και μην τον βαράς αν μπορείς, ώσπου να πάρει χαμπάρι. Ινδία, λέει, σκέφτηκε να κάνει την Ελλάδα!
(…)
Όλοι είχαμε μείνει λοιπόν ξεσηκωμένοι και δεν κλείσαμε μάτι εκείνο το βράδυ, εκτός από τον Κώστα το Βάρναλη και το Γιάννη Κορδάτο, που κοιμηθήκανε σαν παιδιά, κουκουλωμένοι σε αδιάβροχα που τους τα βόλεψαν οι αστυνομικοί. Ήταν μια ημεράδα χυμένη στην όψη του Βάρναλη, να τον κοιτάς και ν΄ανοίγει η καρδιά σου. (…) Καθώς προχωρούσε η μέρα, κουβαλήσαν ακόμα δυο τρεις και τον Καραγάτση. Είχε γράψει κι αυτός μια σειρά άρθρα στα «Νεοελληνικά Γράμματα» κι είπε το λόγο του για τον πόλεμο. Μας χαιρέτησε όλους τυπικά και πηγαινοερχότανε μες στο θάλαμο χωρίς να καθίζει, λες και θα ήταν το καθισιό του απόδειξη αλληλεγγύης σε μας τους άλλους, που δίκια βρισκόμαστε στο μαντρί.
Μόνο όταν είδε πως περνούσε η ώρα και δεν τον αφήναν, δέχτηκε να μιλήσει για την περίπτωσή του. Δεν ξέρω, λέει, τι το επιλήψιμο βρήκαν στα άρθρα μου -ίσως κάτι που έγραφα για την Αγγλία, πως μονάχα μια φορά στην ιστορία της (στον πόλεμο με τους Βορειοαμερικανούς) δεν έδειξε κατανόηση και την έπαθε.
Κανένας δε μπόρεσε να τον πείσει πως για τέτοια ψιλοπράματα μηδέ η Αγγλία απασχολιέται μηδέ η Ασφάλεια κι ότι μονάχα τον πήρε το ρέμα μαζί μας. Αυτός επιμένει πως είναι δάχτυλος αγγλικός, αλλιώς κανείς δε θα τολμούσε να τον ενοχλήσει· ο αδερφός του ο Ροδόπουλος είχε δόντι γερό. Επικαλέστηκε και τη μαρτυρία του Φωτιάδη πως αυτός μεν συνεργαζόταν στο περιοδικό πλην το έλεγε και δεν το έκρυβε πως συμπαθούσε το φασισμό.
Και τόντις ήρθε σε λίγο ένα τηλεφώνημα και τον απόλυσαν αμέσως. Ήταν ανάγκη να πάει στον Περαία να ζυγίσει κάτι σιτάρια. Κάπου τον είχε χώσει ο αδερφός του. Πριν φύγει μας χαιρέτησε φιλικά και υποσχέθηκε να ενεργήσει για όλους. Ήταν στο βάθος καλόκαρδος άνθρωπος· μονάχα ελαφρά φαντασμένος. (Στην κατοχή άλλαξε ιδέες. Και στην απελευθέρωση τις ξανάλλαξε).
Και τότε πια εμείς, που εξακολουθούσαμε να θεωρούμε σαν αιτία της επίθεσης ενάντια στη χώρα μας τους φασίστες (και όχι τον ιταλικό λαό), καθήσαμε να σκεφτούμε το χάλι μας. Μας είπαν πια επίσημα πως από ώρα σε ώρα θα μας παρουσίαζαν στον υπουργό, τον περιώνυμο Μανιαδάκη -πάγος και ρετσινόλαδο.
[Τελικά τους οδηγούν όχι στον Μανιαδάκη, αλλά στον Παξινό της Ασφάλειας]
– Δε θα συχάσουμε, τέλος πάντων, μ’  εσάς τους διανοούμενους καμιά μέρα; Τόσον καιρό καθόσαστε μουλωχτοί. Βρήκατε τώρα ευκαιρία, με τον πόλεμο, να ξεσπαθώσετε, χωρίς να σας το ζητήσει κανένας. (Ποιος έπρεπε να μας το ζητήσει;)
Είναι ο κ. Παξινός, υποδιοικητής της Γενικής Ασφάλειας που μιλά έτσι. Δίπλα του στέκεται ο κ. Χαραλαμπίδης με τους φακέλους στο χέρι. Σωπαίνουμε όλοι εμείς, σύμφωνα με τις εντολές του Καρβούνη. Όμως το αισθάνεσαι εύκολα πως σε όλων τα στόματα είναι μια απάντηση που κρατιέται. Πάλι μίλησε ο Παξινός.
- Έχουμε πόλεμο, λέει, με την Ιταλία κι εσείς βρήκατε ευκαιρία να χτυπάτε το φασισμό. Τι σας έφταιξε ο φασισμός; Οι Ιταλοί μας επιτεθήκανε. Κι άλλα κράτη έχουνε φασισμό, αλλά δε μας πειράζουν. Αυτά να τα παρατήσετε. Ξέρουμε πολύ καλά τι ήσαστε. Να προσέξετε γιατί θα βρείτε μπελά.
(…)
Να φύγετε τώρα όλοι στα σπίτια σας, συνέχισε ο Παξινός, και να μη ξεμυτίσετε πια με τέτοια δημοσιεύματα, γιατί θα την πάθετε άσκημα. Εμάς δε μπορείτε εσείς να μας κοροϊδέψετε.
Εμείς σωπαίναμε πάντα, και τη σιωπή τη διέκοψε τώρα ο κ. Χαραλαμπίδης. Ήθελε κάτι και τούτος να πει, ευχαριστημένος μάλλον για το τέλος που έπαιρνε η υπόθεση.
– Έχεις εδώ και τον Ασημάκη, τον πατριώτη μου, κι ενώ καθόταν στ’ αβγά του τόσο καιρό, βρήκε τώρα την ευκαιρία να μας γράφει εδωπέρα, πως πρέπει να πολεμήσουμε τους Ιταλούς επειδή είναι φασίστες.
Άνοιξε το περιοδικό κι είχε υπογραμμισμένα κομμάτια από το άρθρο μου.
Τότε μίλησα πια κι εγώ. Δεν κρατήθηκα.
– Εδώ, είπα, ο τόπος μας δέχτηκε μια επίθεση. Όλοι πρέπει να πολεμήσουμε και πάλι ένας θεός ξέρει πώς θα τα καταφέρουμε. Εμείς πολεμάμε γιατί πιστεύουμε πως μας επιτεθήκανε οι φασίστες. Αλλά πολεμάμε. Τι σας νοιάζει εσάς το γιατί πολεμάμε;
Πάλι πήρε το λόγο κι απάντησε ο Παξινός.
– Εμείς δε θέλουμε ούτε εσάς ούτε το καλό σας!
Είχε σηκωθεί κι έκανε νόημα να μας πάρουν. Μερικοί με τραβούσανε απ΄το σακκάκι να μη συνεχίσω. Μας κρατήσαν αργά και μας απολύσαν μεσάνυχτα περασμένα. Μας βάλαν στην κλούβα και μας αφήσανε σπίτια μας -να μην πάρει χαμπάρι κανείς.
Έβρεχε, και μες στην έρημη Αθήνα κυριαρχούσε το σκοτάδι κι ο πόλεμος. Και στον πόλεμο τούτο ο κ. Παξινός μού απαγόρεψε να πολεμήσω. Δεν είχα χαρά που με απόλυσαν.
Φυσικά δεν είναι εύκολο να βρούμε όλα τα άρθρα που ενόχλησαν τη μεταξική Ασφάλεια επειδή περιείχαν αντιφασιστικά μηνύματα, αλλά το άρθρο του Πανσέληνου το βρήκα και το ανέβασα εδώ. Πράγματι περιέχει αποσπάσματα που ένας ευσυνείδητος ασφαλίτης θα τα υπογράμμιζε για επιλήψιμα, όπως: Στον αγώνα τούτον αυτοί που μισούνε το φασισμό, και όσο ο αγώνας είναι εναντίο του, δεν μπορούν νάχουν καμμιά αμφιταλάντευση. Καμμιά διεθνιστική ή φιλειρηνική συνείδηση δε μπορεί να δέσει τα χέρια. (…) Γι’ αυτό και για τον εχτρό, θα μπορούσε κανείς να πει πως έχει το παιχνίδι χαμένο, ακριβώς επειδή είναι φασίστας. Η νίκη εξάλλου είναι δική μας, γιατί πολεμάμε το φασισμό κι ο φασισμός είναι κάτι μισητό κι αφύσικο, που δε μπορεί να σταθεί. Πολύ λογικό να ενοχλείται το μεταξικό κράτος από τέτοια αποσπάσματα -υποθέτω άλλωστε πως αν, χάρη σε κάποια ιδιότυπη μηχανή του χρόνου, τα στελέχη του τεταρταυγουστιανού καθεστώτος μπορούσαν να πληροφορηθούν τα σημερινά περισπούδαστα κείμενα που αποφαίνονται ότι ο Μεταξάς δεν ήταν φασίστας, πολύ θα παραξενεύονταν!
Προσθήκη: Από το ιστολόγιο του Γ. Σαρρή, αντιγράφω τα σχόλια του Σεφέρη για το ίδιο επεισόδιο:
Κάποτε …οι ασφάλειες παρατήρησαν πως ορισμένοι διανοούμενοι το παραξήλωναν. Οτι στα αρθρα τους, μεταχειρίζονταν με τρόπο ύποπτα επίμονο εκφράσεις που καυτηρίαζαν την ιδεολογία του Μουσολίνι….
Έτσι ένα βραδάκι τους σάρωσαν και τους πήγαν στο Τμήμα. Στον καιρό της ειρήνης, θα τους φόρτωναν σε κανένα καραβάκι και θα τους έστελναν να πλέξουν ειδύλλια στα ωραία νησιά του Αιγαίου. Αλλά τώρα είχαμε και συμμάχους… Ο αστυνόμος λοιπόν περιορίστηκε να τους νουθετήσει. Τους είπε:
-Κύριοι έχετε όλη την ελευθερία να τονώνετε το φρόνημα του λαού.Αλλά δεν είναι σωστό να βρίζετε το φασισμό.”Κι εμείς είμαστε φασιστικό κράτος.”
” Θυμούμαι πολλές περιπτώσεις”, συνεχίζει, “που η λογοκρισία είχε αντικαταστήσει, σε τηλεγραφήματα, με τις λέξεις Ιταλός,ιταλικός, τις λέξεις φασιστής, φασιστικός που τύχαινε να χρησιμοποιήσω στις δηλώσεις μου…”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου